Πριν από μερικές μέρες βρέθηκα σε ένα ποδηλατάδικο στο Ψυχικό. Αναζητούσα ένα ανταλλακτικό για το ποδήλατό μου. Πήγα κατευθείαν λοιπόν στον τεχνικό και τον ρώτησα αν το είχαν στοκ. Δυστυχώς, ατύχησα: είναι -λέει- περίοδος υψηλής ζήτησης και ταυτόχρονα με τις απεργίες δημιουργήθηκε πρόβλημα στην τροφοδοσία Φεύγοντας ρώτησα αν θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω την τρόμπα τους για να ελέγξω την πίεση στα ελαστικά μου. Καθώς λοιπόν φούσκωνα, έρχεται ένας ποδηλάτης γύρω στα 30 σπρώχνοντας ένα ποδήλατο –ε, τι άλλο να κουβαλά κανείς σε ένα ποδηλατάδικο -με σκασμένο λάστιχο. Χαιρέτησε με ένα τρόπο που απευθυνόταν μόνο προς τον τεχνικό και πληροφόρησε ότι θα ήθελε αλλαγή ελαστικού. (Κλασική συμπεριφορά της εποχής μας, όπου η καλημέρα κοστίζει και τη χρησιμοποιούμε σχεδόν μόνο εκεί που έχουμε συμφέρον.) Ο τεχνικός τον κοίταξε και του είπε να περιμένει λίγο καθώς είναι απασχολημένος σε ένα άλλο ποδήλατο. Ο φίλος ποδηλάτης χαμογέλασε αλλά μετά σκυθρώπιασε λίγο και με ύφος ανησυχητικό δήλωσε χαμηλόφωνα:

«Συγγνώμη, ξέρετε, ξέχασα τη βαλβίδα στο σπίτι, πειράζει

Ομολογουμένως μπερδευτήκαμε. Και εγώ και ο τεχνικός. Και οι δύο ταυτόχρονα -ο τεχνικός φωναχτά και εγώ από μέσα μου – ρωτήσαμε:

«Ξέχασες τη βαλβίδα; Δηλαδή;»

«Ε, να μωρέ. Ξέχασα τη βαλβίδα που μπαίνει εκεί», απάντησε ο ποδηλάτης δείχνοντας προς τη βαλβίδα της σαμπρέλας. Το μάτι μου ακολούθησε την πορεία του δακτύλου του και συνάντησε την βαλβίδα της σαμπρέλας, η οποία απόλυτα φυσιολογικά αλλά σε πλήρη αντίφαση με τη δήλωση του ποδηλάτη μάς χαμογελούσε από τη θέση της ανάμεσα στις ακτίνες, στεκάμενη περήφανα σαν περισκόπιο υποβρυχίου πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Κάτι δεν πήγαινε καλά στην όλη ιστορία…

Συνέχεια